Στο ρείθρο της σιωπής



Σαν το νεκρό φτερό που ανασηκώνεται
στ'όνειρο ενός πουλιού,
είναι η ψυχή σου που από μέσα μου περνά
με την αγνή, την τρυφερή ανάσα της
πλέοντας με μεγάλα αξεδίψαστα ξανοίγματα
σ'ενός πελάγου ηδονικού ψιθυρισμού το κύμα

Ναρκωμένος μες στο πυρρό όνειρό μου,
κρατώντας ανοικτή την κούπα της ψυχής σου
εκλιπαρώ τις θεϊκές μορφές
μέσα της να διαχυθώ
την ώρα που θ'αποχωρούν οι συντροφιές των ήχων

Σαν το γυμνό κλαδί που αναθυμάται
την άνοιξη του ντύματός του -
μοναχικό,
του μεγάλου ύψους πουλί τ'όνειρό μου


©Μανώλης Μεσσήνης

(picture by lonewolf1966 man)

Θάμπωμα


Ήσουν σαν θαμπωμένο παιδί
Πού να βάλεις δεν ήξερες
τη φωνή και τα χέρια σου
Τα μάτια σου μόνο μεγάλωναν,
όλο μεγάλωναν,
και βάθαιναν τόσο
που μέσα τους βούλιαζα
Μη μου ζητάς να δώσω φωνή
στο βαθύ εκείνο μυστήριο
Η μαγεία του σκέπαζε τη γη,
ώς εκεί που η ματιά μου έφτανε,
ώς εκεί που η ψυχή μου ένιωθε
Ήταν τόσο και το δικό μου
το θάμπωμα
©Μανώλης Μεσσήνης
(picture by John Borg)

Θυσία

Στ'απόκοσμα βάθη των ματιών σου
χαράχτηκε της μοίρας μου η θυσία...
 Τη νύχτα που γονάτισα στην ομορφιά σου
 ετοίμασες τον Μυστικό μου Δείπνο,
 και είχες στο πρόσωπο μια μάσκα
 και είχα μια απορία νεκρώσιμη στα χείλη...
Σε φέρνω πάλι μες στη φαντασία
των ήλων μου ν'αγγίξεις τα σημάδια
©Μανώλης Μεσσήνης

(picture by Kemal Kamil AKCA)



Υστερόγραφο, σαν ηχώ

Στον άλλο ορίζοντα που τώρα ζεις
μην ξεχάσεις
των ματιών μου την απλή μορφή
και το χαμόγελο που κύκλωνε
τους ίσκιους των δικών σου
Μην ξεχάσεις κι εκείνη τη φωνή
την ώρα που σταμάτησε ο χρόνος
Σαν έφυγες να μπεις στη γη -
κι ο ήλιος έδυσε με μιας,
έμεινε η μορφή σου
μέσα μου να παίζει με τη θλίψη,
σαν ρυτίδα στην ψυχή,
τον πεθαμένο χρόνο μου να χαρακώνει

©Μανώλης Μεσσήνης
(picture by Kemal Kamil AKCA)

σου μιλάω... σου μιλάω...

 
Άκουσέ με!
Η φωνή μου χαρακώνει τον παγωμένο άνεμο
Μες στον απέραντο χώρο τ’ουρανού
ηχούν τα τύμπανα της θλίψης μου
Άκουσέ με!
Η φωνή μου θρυμματίζει τα σύνορα της νύχτας
για να φτάσει σ’εσένα
Μην αρνηθείς!
Κινούμαι μες στη σιωπηλή έκσταση,
σου το μαρτυρά η ματιά μου,
που χαϊδεύει την πυκνή μοναξιά
για να σ’αγγίξει,
μην αρνηθείς… μην αρνηθείς…
Δώσε μου τη στιγμή της ανατολής
που μόλις ξύπνησε στο στήθος σου,
να θυμηθώ το φως,
να θυμηθώ την όψη του κόσμου –
κοίταξέ με,
να αισθανθώ πως υπάρχω
Τώρα,
ο ήλιος φωτίζει τα σμήνη των πουλιών
πάνω από τα σύννεφα –
τώρα,
η νύχτα κεντά τις αισθήσεις
πέρα από την οδύνη,
κι εγώ σου μιλάω…
σου μιλάω… σου μιλάω…
μην αρνηθείς τη φωνή μου,
δέξου την…
όπως τα κοχύλια στην υδάτινη νάρκης τους
χωνεύουν τα ρίγη των βυθών,
φύλαξέ την στη μνήμη σου κρυφά,
σαν ένα πουλί που ονειρεύτηκε τον ήλιο
και ξύπνησε μες στην απόλυτη νύχτα
κι άκουσε τη φωνή του έτσι μετέωρη,
έτσι μακρινή μες στο χάος,
έτσι παράξενη…
Όλα… όλα…
κυρίαρχα είναι
Και τα πουλιά που ονειρεύονται,
και οι άνθρωποι που χαίρονται
και αυτοί που πονούν,
και η φωνή μου –
ως και η φωνή μου ακόμα…
Μα, πιο πολύ, πιο πολύ,
εσύ μπορείς
στην αίσθηση των πραγμάτων μου
να κυριαρχείς
Και στην ανατολή,
και στη νύχτα,
και στη σιωπή –
Εσύ!
Άκουσέ με!
Μην αρνηθείς τη φωνή μου,
δέξου την
να αισθανθώ πως υπάρχω…
Τώρα,
η νύχτα ξημερώνει γαλαξίες μακριά,
κι εκείνα τα σύννεφα –
κι εκείνα τα σύννεφα…
σκεπάζουν το στεφάνι του ορίζοντα,
αραιώνουν τους φθόγγους
ανασαίνοντας τη νίκη τους
στα μαύρα τους πνευμόνια
Τώρα,
ο άνεμος παγώνει το μέτωπό μου,
η ματιά μου είναι θολή
ραμμένη στη γη –
πώς να λυγίσει τον χώρο να σ’αγγίξει;
Κι όμως,
άκουσέ με –
σου μιλάω…
σου μιλάω… σου μιλάω…
©Μανώλης Μεσσήνης